Skip to content

Ποίηση εδώ

Γράψτε ένα όμορφο ποίημα και στείλτε το στο

e-mail sil.skiada@gmail.com.

Εμείς θα το δημοσιεύσουμε σε αυτήν την σελίδα.

——————————————————————————————————————

Αυτό το όμορφο ποίημα το είχε γράψει ο αξέχαστος Αντρέας Κίτσης για τον καλό φίλο του Δήμο Τέλη (Στούπα), που για πολλά χρόνια, ζει στην Αμερική με την οικογένεια του. Τώρα ο Δήμος του το αφιερώνει μέσα από την σελίδα μας για να τον θυμηθούμε.

Κάντε κλικ στην  παρακάτω φωτογραφία να μεγεθύνεται την εικόνα, για να απολαύσετε το ποίημα.


Δήμο ευχαριστούμε πολύ που μοιράζεσαι μαζί μας το αρχείο σου

——————————————————————————————————————————————————————————–

Αγαμέμνων Ζαφείρης

Αφιέρωμα στον πατέρα μας

Πατέρα που μας ανάθρεψες, με τον κασμά στην πλάτη

Με χίλιους κόπους έφτιαξες, μοναδικό παλάτι .

Πέντε παιδιά μεγάλωσες, τα πέντε αγαπημένα

Άνθρωποι γίνανε σωστοί και μοιάσανε σε σένα.

Εκεί ψηλά στους ουρανούς, που στέκεις και κοιτάζεις

Ανθόσπαρτος ο δρόμος σου, να μην  αναστενάζεις.

Την μάνα πατερούλη μας, όταν την συναντήσεις

Δώσ΄ της χαρά πατέρα μας,  μην την κακοκαρδίσεις.

Εγγόνια δεκατέσσερα, έχεις από τα παιδιά σου

Το ένα το ομορφότερο, είναι εκεί κοντά σου.

Τα αηδόνια που κελαηδάγανε, πάψανε και σιωπούνε

Εσένα ψάχνουν γέρο μου, και σε αναζητούνε

Αφιερωμένο από όλα τα αδέλφια στους γονείς τους.

ΛΑΖΑΡΟΣ, ΜΑΡΙΑ, ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ, ΚΩΣΤΑΣ, ΚΑΙ ΜΙΧΑΛΗΣ

—————————————————————————————————————————

Ντίμερης Λάζαρος

ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΑΝΤΡΕΑ ΜΑΣ

Μέριασε πόνε της καρδιάς, ψυχή  δως΄ μου κουράγιο

Να πω δυο λόγια υστερνά, σαν σχώριο, σαν τρισάγιο,

Μιας κι έλαχε σε μένανε απ΄ όλη την παρέα μας

Εγώ αντίο για να πω, στο φίλο τον Αντρέα μας.

Αντρέα φίλε κι αδελφέ, δεν το χωράει ο νούς  μας,

Εσύ που ήσουν η χαρά , το γέλιο του χωριού μας,

Χωρίς φωνή, χωρίς ψυχή να κείτεσαι μπροστά μας,

Εσύ που ήσουν η ζωή κι ο χτύπος της καρδιάς μας,.

Ήταν μια μέρα Κυριακή, που πήγε στη δουλειά του

Και ξαφνικά, αναπάντεχα, ήρθαν τα πάνω κάτου,

Από τ΄αψήλου ως ήτανε, ευρέθηκε στο χώμα,

Σωριάζεται, τσακίζεται, βυθίζεται σε κώμα.

Το πάλεψε, μα ως της άλλης Κυριακής το δείλι

Το τσακισμένο του κορμί έσβησε σαν καντήλι.

Απ άκρη σ΄ άκρη έτρεξε το νέο της θανής του

Τον κλαίνε φίλοι και γνωστοί, τον κλαίν οι συγγενείς του.

Γιατί μωρέ Αντρέα, μας  βύθισες μες το βαρύ τον πόνο

Γιατί στα δύο έκοψες της νιότης σου το χρόνο,

Κι αν κάπου εδώ είσαι ψηλά, κάπου εδώ κοντά μας,

Θα το γροικάς και μόνο σου, το πώς πονά η καρδιά μας .

Βουβά σου παραστέκονται τέκνα, γυναίκα, αδέρφια,

Έχουν κουρέλι την καρδιά και την ψυχή τους ξέφτια,

Κι η ανήμπορη μανούλα σου που απ αλάργα στέκει,

Κάλιο σε κείνη , να ΄πεφτε  του θανατά τ΄ αστροπελέκι

Και παραπίσω όλοι εμείς, οι φίλοι σου, οι γνωστοί σου

Που πλέρια μας αγάπησες στη σύντομη ζωή σου,

Που πρόλαβες και χάρισες και ποίημα στον καθένα

Να τόχουμε ενθύμιο και φυλαχτό από σένα

Αλήθεια Αντρέα μας πόσο όμορφα ήταν τα ποιήματά σου

Όλοι το μολογούσαμε το σπάνιο χάρισμά σου

Ήσουν για μας ο ποιητής , η μούσα του χωριού σου

Ταλέντο ήσουν μοναδικό από γεννεσημιού σου.

Είχες στη ΄φημερίδα μας πάντοτε τη γωνιά σου

Και ακριβό ήταν στολίδι της τα ωραία ποιήματά σου,

Μέσα απ αυτά μας έδινες χαρά και γέλιο αντάμα

Κι άλλες φορές μας βύθιζες στον πόνο και στο κλάμα.

Πολλά απ τα στιχάκια σου εγίνανε τραγούδια

Που σε γιορτές τα τραγουδούν γέροι και κοπελούδια,

Πίνουν ποτό, πίνουν κρασί, χορεύουν, φχαριστιούνται

Πονάνε αγκαλιάζονται και σένανε θυμιούνται.

Τα φύλαγα Αντρέα μου, όλα τα ποιήματά σου

Πίστευα στο ταλέντο σου και στα γραφόμενά σου,

Γι αυτό και τούτη τη στιγμή λίγο πριν μπείς στο μνήμα

Αντί στεφάνι θα σου πώ ένα παλιό σου ποίημα :

΄΄ Ετούτη εδώ την ¨ανοιξη, η γη σαν λουλουδίσει,

στο Μπαλντενέζι θ΄ανεβώ, ψηλά στο ρημοκλήσι.

Να ξαποστάσω στο δεντρί, να κοιμηθώ στη φτέρη,

Γιατί την άλλη άνοιξη, αν ζήσω ποιος το ξέρει.

Έχω αναμνήσεις όμορφες, από μικρό παιδάκι,

Τραγούδησα κυνήγησα σαν ήμουν τσοπανάκι.

Στη στέρνα έπινα νερό, του μπάρμπα του Ναστάση,

Βακέτα πόδεσα και γω, απ του Πανοναστάση.

Θα κάτσω στο απόγωνο, στη τζούμπα, στο μετσίτι,

Να αγναντέψω το χωριό, το πατρικό μου σπίτι.

Όταν πεθάνω φίλοι μου, σας το ζητώ σαν χάρη,

ψηλά στη ράχη θάψτε με, σε ανθιστό θυμάρι.

Νάχει προσήλιο το πρωί, το δειλινό δροσούλα

Κι απ την πλευρά του Αη Λια, αφήστε μου πορτούλα.

Θέλω ν΄ακούω τα πουλιά, όταν γλυκοχαράζει,

να αγαλλιάζει η ψυχή, να μη αναστενάζει.

Να μ΄ ανασταίνει η μυρωδιά, απ τ΄ άγρια λουλούδια,

Νάρχετ΄ο Τριαντάφυλλος, να λέει γλυκά τραγούδια. ΄΄

Και με τους στίχους τους δικούς σε χαιρετώ Αντρέα

Τόπος να είναι χλοερός η κατοικία σου η νέα,

Να μη σε πιάνει στεναγμός, να μη σε βρίσκει οδύνη

Καλό ταξίδι Αντρέα μας κι η αιώνιά σου η μνήμη.

Λάζαρος Γρ.Ντίμερης

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: